Παρατηρήσεις σχετικά με το νόμο περί ομαδικών απολύσεων.
Ο νόμος προβλέπει ότι η 20ημερη διάρκεια των διαβουλεύσεων ξεκινά μετά την πρόσκληση σε διαβούλευση των εκπροσώπων των εργαζομένων, επομένως από την ημερομηνία διεξαγωγής γενικής συνέλευσης εφόσον δεν υπήρχε προϋπάρχον εκπρόσωπος και όχι από την 4η Δεκεμβρίου που κοινοποιήθηκε η πρόθεση. Ο νόμος διασαφανίζει ότι η πρόθεση διενέργειας ομαδικών απολύσεων είναι νόμιμος λόγος απεργίας των εργαζομένων στην εκμετάλευση. Οι απολύσεις μπορούν να ξεκινήσουν κατ' ελάχιστο 10 μέρες έπειτα από το πέρας της διαβούλευσης και όχι νωρίτερα. Ακόμη και αν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων αποχωρήσουν από τις διαβουλεύσεις ο εργοδότης πρέπει να είναι διαθέσιμος για διαβουλεύσεις έως το πέρας της 20ημερης προθεσμίας. Ο νομοθέτης αναγνωρίζει ως βαρύνοντα κοινωνικά κριτήρια την αρχαιότητα, την ηλικία, τα οικογενειακά βάρη (προστατευόμενα μέλη, δυνατότητα εργασίας συζύγου) και την δυνατότητα ανεύρεσης άλλης εργασίας από τους απολυόμενους. Η άρνηση του εργοδότη σε συζήτηση των προτάσεων των εργαζομένων και η άρνηση τους στο σύνολο ή στο συντριπτικό μέρος τους χωρίς ουσιαστική συζήτηση μπορεί να αποτελέσει από μόνη της λόγο ακυρότητας των απολύσεων. Ανάμεσα στα στοιχεία που δικαιούνται να γνωρίζουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων είναι χρονικό πλάνο και όροι συνέχισης της απασχόλησης των εναπομείναντων εργαζομένων. Ο εργοδότης σε προσπάθεια μείωσης των επιπτώσεων των απολύσεων δύναται να διευρευνήσει δυνατότητα απορόφησης εργαζομένων σε άλλες του ομίλου ή ομοειδείς επιχειρήσεις, τη κάλυψη εξόδων εκπαίδευσης και προώθησης των εργαζομένων στην αγορά εργασίας, τη χορήγηση δανείων για αυτοαπασχόληση των απολυόμενων. Οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή μερικής απασχόλησης που δεν έχει επέλθει η λύση τους αυτοδίκαια κατά την αναγγελία πρόθεσης του εργοδότη για ομαδικές απολύσεις υπάγονται στο καθεστώς τους και τυχόν λύση τους πριν το τέλος των διαβουλεύσεων είναι νόμιμος λόγος απεργίας του προσωπικού. Οι διαβουλεύσεις δύναται να καθορίσουν και τους όρους απασχόλησης των εναπομείναντων υπαλλήλων στην εκμετάλευση. Ανώτατο χρονικό όριο των διαβουλεύσεων είναι 60 ημέρες, Το δικαίωμα παράτασης πέρα του 20ημέρου ανήκει στον εργοδότη ή στη δημόσια αρχή. Ο εργοδότης δεν υποχρεούται σε ονομαστικοποίηση του πλάνου απολύσεων και επιπλέον τυχόν ονομαστικοποίηση των απολυόμενων μπορεί να προσβληθεί δικάστικα ως λόγος ακυρότητας των απολύσεων υπό προϋποθέσεις. (λχ ενδεχόμενος δόλος ή σκοπιμότητα από πλευράς εργοδότη να περιστραφούν οι διαβουλεύσεις στα ονόματα αντί των ουσιώδων διαπραγματεύσεων σχετικά με τους όρους και τα κριτήρια των απολύσεων και την ελαχιστοποίηση των κοινωνικών τουν επιπτώσεων.)
Σε περίπτωση άκαρπων διαβουλεύσεων η Δημόσια Αρχή (Νομάρχης, Υπουργός) μπορεί να αποφασίσει την έγκριση (του συνόλου ή μέρους), απόρριψη των απολύσεων ή την παράταση των διαβουλεύσεων (με πρόσκληση και αποδοχή από τα μέρη) όχι όμως στην μεταβολή των όρων (κριτηρίων). Υπάρχει δεκαήμερη προθεσμία για την απάντηση της Δημόσιας Αρχής από το πέρας των διαβουλεύσεων. Σιωπή κρίνεται οτι σημαίνει αποδοχή στο σύνολο των απολύσεων. Σε περίπτωση συμφωνίας οι απολύσεις πραγματοποιούνται με βάσει τη συμφωνία χωρίς να χρειάζεται έγκριση των αρχών.
Οι αναγγελθήσες απολύσεις πρέπει να πραγματοποιηθούν εντός 90 ημερών από την αναγγελία στη Δημόσια αρχή. Ο εργοδότης δεν έχει δικαίωμα να προχωρήσει σε απολύσεις πέρα του ορίου του 2 ή 3% χωρίς να ακολουθήσει τη διαδικασία των ομαδικών (επομένως αν απολύσει λχ το Δεκέμβριο πέρα από 4 συμβασιούχους καθίστανται άκυρες όλες οι απολύσεις). Η μη παροχή εγκαίρως πληροφοριών χρήσιμων όπως εικόνα οικονομικής και παραγωγικής θέσης, πορείας και προγραματισμού της επιχείρησης στους εκπροσώπους των εργαζομένων τους στερεί τη δυνατότητα εποικοδομητικών προτάσεων και συνεπάγεται ακυρότητα των απολύσεων. Η μη προσπάθεια απο κοινού εξεύρεσης λύσης με τους εργαζομένους συνεπάγεται ακυρότητα. Είναι άκυρη η καταγγελία σύμβασης εγγυμονούσας εργαζόμενης ακόμη και αν τηρήθηκε η διαδικασία των ομαδικών απολύσεων.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Σεβαστίδης Χ., Ομαδικές Απολύσεις στο ελληνικό και κοινοτικό δίκαιο, Εκδόσεις Σάκουλα, Άθηνα 2008.
Σε περίπτωση άκαρπων διαβουλεύσεων η Δημόσια Αρχή (Νομάρχης, Υπουργός) μπορεί να αποφασίσει την έγκριση (του συνόλου ή μέρους), απόρριψη των απολύσεων ή την παράταση των διαβουλεύσεων (με πρόσκληση και αποδοχή από τα μέρη) όχι όμως στην μεταβολή των όρων (κριτηρίων). Υπάρχει δεκαήμερη προθεσμία για την απάντηση της Δημόσιας Αρχής από το πέρας των διαβουλεύσεων. Σιωπή κρίνεται οτι σημαίνει αποδοχή στο σύνολο των απολύσεων. Σε περίπτωση συμφωνίας οι απολύσεις πραγματοποιούνται με βάσει τη συμφωνία χωρίς να χρειάζεται έγκριση των αρχών.
Οι αναγγελθήσες απολύσεις πρέπει να πραγματοποιηθούν εντός 90 ημερών από την αναγγελία στη Δημόσια αρχή. Ο εργοδότης δεν έχει δικαίωμα να προχωρήσει σε απολύσεις πέρα του ορίου του 2 ή 3% χωρίς να ακολουθήσει τη διαδικασία των ομαδικών (επομένως αν απολύσει λχ το Δεκέμβριο πέρα από 4 συμβασιούχους καθίστανται άκυρες όλες οι απολύσεις). Η μη παροχή εγκαίρως πληροφοριών χρήσιμων όπως εικόνα οικονομικής και παραγωγικής θέσης, πορείας και προγραματισμού της επιχείρησης στους εκπροσώπους των εργαζομένων τους στερεί τη δυνατότητα εποικοδομητικών προτάσεων και συνεπάγεται ακυρότητα των απολύσεων. Η μη προσπάθεια απο κοινού εξεύρεσης λύσης με τους εργαζομένους συνεπάγεται ακυρότητα. Είναι άκυρη η καταγγελία σύμβασης εγγυμονούσας εργαζόμενης ακόμη και αν τηρήθηκε η διαδικασία των ομαδικών απολύσεων.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Σεβαστίδης Χ., Ομαδικές Απολύσεις στο ελληνικό και κοινοτικό δίκαιο, Εκδόσεις Σάκουλα, Άθηνα 2008.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου